:::: MENU ::::

Η Τουριστική Βιωσιμότητα

  • May 17 / 2015
  • 0

Η Τουριστική Βιωσιμότητα

Η έννοια της ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ

(για τη μέτρηση της απόδοσης και της επίπτωσης του τουρισμού)

Η τουριστική ανάπτυξη δεν είναι ένας αυτοτελής στόχος για μια περιοχή, αλλά συνδέεται με το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται σ’ αυτή. Επιπλέον, η επιτυχία του δεν μπορεί να μετράται αποκλειστικά από τον αριθμό των τουριστών που επισκέπτονται μια περιοχή – έστω και αν αποτελεί μια σημαντική μεταβλητή βάσης– αλλά από την επίπτωση που έχει στη περιοχή υποδοχής για την ευημερία του τοπικού πληθυσμού. Αυτό βασίζεται στην απόδοση της τουριστικής δραστηριότητας και πιο συγκεκριμένα στη τουριστική δαπάνη και στην απασχόληση που δημιουργείται στη περιοχή και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει την οικονομία και την κοινωνία (δημογραφία) της περιοχής. Σύμφωνα με τα συμβατικά οικονομικά, ο τουρισμός επηρεάζει άμεσα το ΑΕΠ και τη συνολική απασχόληση της περιοχής όπως κάθε άλλη δραστηριότητα και αυτοί αποτελούν τους βασικούς δείκτες για την εκτίμηση της ανάπτυξης μιας περιοχής.

Η εμφάνιση της έννοιας της «βιώσιμης ανάπτυξης», ως ενός πλαισίου για την αξιολόγηση της ανθρώπινης ευημερίας (που παύει να είναι αποκλειστικά οικονομική αλλά αποκτά και κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση), οδηγεί σε δύο σημαντικές αλλαγές στην υφιστάμενη προσέγγιση:

Πρώτα, η αξιολόγηση της επίπτωσης του τουρισμού δεν βασίζεται μόνο στην συμβολή της στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής (οικονομική αποτελεσματικότητα), αλλά τόσο στη συμβολή της στην κοινωνική δικαιοσύνη (με την εξέταση της διάχυσης των ωφελειών στις διάφορες κοινωνικές ομάδες επιτυγχάνοντας την ενδογενεακή ισότητα) και στη περιβαλλοντική διατήρηση (με στόχο την εξακολούθηση της παροχής πόρων και υπηρεσιών από το περιβάλλον).

Δεύτερο, η αξιολόγηση δεν αναφέρεται μόνο σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα (πχ. την ετήσια αύξηση των μεγεθών) αλλά και στην μακροχρόνια προοπτική, αφού θα πρέπει να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις για ευημερία και των επόμενων γενεών κυρίως μέσω της κληροδότησης (μεταβίβασης) ποσοτήτων από ανθρώπινο, ανθρωπογενές και φυσικό κεφάλαιο. Η βιωσιμότητα της τουριστικής δραστηριότητας συμπεριλαμβάνεται και επομένως η διατήρηση των φυσικού, πολιτιστικού και παραγωγικού κεφαλαίου (δηλαδή των θελγήτρων του προορισμού) και του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτελεί έναν μακροπρόθεσμο στόχο.

Στη προτεινόμενη προσέγγιση ο τουρισμός θεωρείται ως κινητήρια δύναμη οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αλλαγών που επηρεάζουν την κατάσταση του προορισμού. Οι αλλαγές αυτές εξαρτώνται από την ένταση της δραστηριότητας και από τις επιδόσεις της. Η ένταση του τουρισμού μπορεί να μετρηθεί με βάση:

Την προσφορά, μέσω του αριθμού, του τύπο και του μεγέθους των τουριστικών υποδομών (καταλύματα, εστιατόρια, μαρίνες, γήπεδα γκολφ, συνεδριακά κέντρα κλπ) αλλά και των γενικών υποδομών (πχ. δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια, δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, ενέργειας κλπ) που είναι απαραίτητες για την ικανοποίηση της τουριστικής ζήτησης, αλλά και της συνολικής ανάπτυξης της περιοχής. Η κατασκευή των υποδομών επηρεάζει μόνιμα τις χρήσεις γης του προορισμού ενώ δημιουργεί παροδικό οικονομικό αποτέλεσμα και απασχόληση στον τομέα των κατασκευών, ενώ η λειτουργία τους δημιουργεί διαρκή αποτελέσματα.

Τη ζήτηση, μέσω του αριθμού των τουριστών που επισκέπτονται τη περιοχή με μονάδα μέτρησης τις διανυκτερεύσεις που πραγματοποιούνται στους διάφορους τύπους καταλύματος.

Οι τουρίστες για να καλύψουν τις ανάγκες τους:

Δαπανούν χρήματα για να αγοράσουν υπηρεσίες (πχ. διανυκτέρευσης, μεταφοράς, αναψυχής, ξενάγησης, τραπεζικές) και αγαθά όπως αναμνηστικά και ότι άλλο μπορεί να περιλαμβάνεται σε ένα «τουριστικό προϊόν»,

Χρησιμοποιούν ανθρώπινους πόρους που παράγουν τις τουριστικές υπηρεσίες (άμεση απασχόληση) ενώ υπάρχει και η απασχόληση που είναι απαραίτητη για να παραχθούν τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για τη παραγωγή των τουριστικών υπηρεσιών (έμμεση απασχόληση), δημιουργώντας επομένως νέες θέσεις εργασίας. Αυτές οι θέσεις εργασίας έχουν διάφορα ποιοτικά χαρακτηριστικά σε ότι αφορά το γένος, την ηλικία και το επίπεδο εκπαίδευσης των απασχολουμένων, τη διάρκεια της απασχόλησης, τη θέση στην επιχείρηση κλπ. που είναι σημαντικά σε σχέση με το είδος της απασχόλησης που δημιουργεί ο τουρισμός

Χρησιμοποιούν πρώτες ύλες (ενέργεια, νερό…) και παράγουν διάφορα είδη αποβλήτων (στερεά, υγρά, αέρια, θόρυβο) δημιουργώντας περιβαλλοντικές πιέσεις.

Αυτά είναι τα άμεσα αποτελέσματα που ο κάθε τουρίστας δημιουργεί σε έναν προορισμό. Βέβαια όλοι οι τουρίστες δεν έχουν την ίδια συμπεριφορά και επομένως δεν παράγουν τα ίδια αποτελέσματα ανά κεφαλή. Το άθροισμα όλων αυτών των αποτελεσμάτων συνιστά τη συνολική επίδοση του τουρισμού που εξαρτάται από τον αριθμό των τουριστών και την ημερήσια συμπεριφορά τους. Η τελευταία (η ανά κεφαλή και ανά διανυκτέρευση επίδοση) μπορεί να θεωρηθεί ως η βασική μονάδα μέτρησης για δια-χωρικές και δια-χρονικές συγκρίσεις.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, τα άμεσα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά συνολικά αποτελέσματα του τουρισμού έχουν επίπτωση στον προορισμό:

Η συνολική τουριστική δαπάνη αποτελεί έναν παράγοντα αλλαγής της τοπικής οικονομίας που μπορεί να μετρηθεί με τη μεταβολή του ΑΕΠ αλλά και τη μεταβολή της δομής της οικονομίας εξ αιτίας της άμεσης, της έμμεσης και της παράγωγης ζήτησης με την ανάδυση νέων δραστηριοτήτων με άμεση ή όχι σχέση με τον τουρισμό αλλά και την εξάλειψη υφιστάμενων δραστηριοτήτων που είναι λιγότερο αποδοτικές, τη διαφοροποίηση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων κλπ. Αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν την οικονομική αποτελεσματικότητα της περιοχής καθώς επίσης και μεταβάλουν τον ανταγωνιστικό (εξαγωγικό) της τομέα ή απλά αυξάνουν τις εισαγωγές. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διατήρηση ενός ανταγωνιστικού-εξαγωγικού τομέα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την βιώσιμη αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης σε κάθε περιοχή-προορισμό, δημιουργώντας πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. Αντίθετα η αύξηση των εισαγωγών, διευρύνει τις διαρροές σε εισοδήματα και απασχόληση και συρρίκνωση της παραγωγικής δομής με μακροχρόνια αρνητικά αποτελέσματα.

Η συνολική τουριστική απασχόληση (άμεση, έμμεση και παράγωγη) αποτελεί με τη σειρά της παράγοντα για αλλαγές στη δομή του πληθυσμού στη περιοχή, καθώς μπορεί να μεταβάλει το ποσοστό του ενεργού και του απασχολούμενου πληθυσμού, το ποσοστό των απασχολουμένων γυναικών και νέων, τις μεταναστευτικές ροές, το συνολικό εισόδημα και τη κατανομή του εισοδήματος, επηρεάζοντας την κοινωνική δικαιοσύνη στη περιοχή[1].

Τέλος, η συνολική περιβαλλοντική πίεση που προέρχεται από τις άμεσες, έμμεσες και παράγωγες οικονομικο-κοινωνικές αλλαγές, επηρεάζει την δυνατότητα του προορισμού να προσφέρει περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες δεδομένης της μεταβολής των αποθεμάτων των πόρων (πχ. διαθεσιμότητα πόσιμου νερού, θαλάσσιας τροφής, ποιότητας θαλασσινού νερού κλπ) που συνεπάγεται τόσο η μεταβολή των χρήσεων γης όσο και η κατανάλωση πόρων και παραγωγή αποβλήτων. Η ποιότητα του θαλασσινού νερού, η διαθέσιμη ποσότητα και ποιότητα του πόσιμου νερού, οι διαθέσιμοι οικότοποι, η ποιότητα του εδάφους, της ατμόσφαιρας, του αγροτικού και του αστικού τοπίου είναι τα βασικά προς αξιολόγηση θέματα σε ότι αφορά τη περιβαλλοντική διατήρηση της περιοχής.

Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι επιπτώσεις δεν είναι ίδιες σε όλους τους προορισμούς, αλλά εξαρτώνται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Για παράδειγμα η κατανάλωση 1000 κμ νερού την ημέρα δεν έχει τις ίδιες συνέπειες στα υδατικά αποθέματα σε ένα μικρό άνυδρο νησί και σε μια ηπειρωτική περιοχή με επαρκείς υδάτινους πόρους. Το ίδιο και σε ότι αφορά στην απασχόληση: η αύξηση της εποχικής απασχόλησης μπορεί να καλυφθεί είτε από τοπικό εργατικό δυναμικό (πχ. με πολυαπασχόληση), είτε με εποχική ή μόνιμη μετανάστευση (εσωτερική και εξωτερική), διαφοροποιώντας τις οικονομικές και δημογραφικές επιπτώσεις στους επιμέρους προορισμούς.

Συμπλήρωσε και εσύ τώρα τα Ερωτηματολόγια